«Μακαρία η οδός…»
Πέρασαν τα χρόνια, «άλλαξαν οι καιροί», τα ήθη βαδίζουν κατά διόλου, όπως θα έλεγε και η γιαγιά μου που ο κανόνας ζωής της ήταν «να μην μας μουτζουρώσει κανείς τα μ’τσούνια», εξευρωπαϊστήκαμε, λαλήσαμε, μασκαρευτήκαμε… Με δυο λόγια… Εκπολιτιστήκαμε!
Αφήσαμε και τα χωριά -τώρα πια έγιναν «έρμα μαντριά γεμάτα λύκους». Εγκατασταθήκαμε στο άστυ- κυρίως πρωτεύουσα- και μάλλον λειτουργούμε μασκαρεμένοι. Χάσαμε δηλαδή το πρόσωπό μας και κρυβόμαστε πίσω από το προσωπείο μας.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι συνειρμικά μού ‘ρθαν κατά νου τα λόγια του Γιώργου Σουρή: «Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν/ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,/ οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν/δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή».
Εκεί στα χωριά, μακαρίζαμε, θεωρούσαμε ευτυχισμένους, καλότυχους τους αστούς, τους «προφέσορες» και περισσότερο τους πτυχιούχους. «Να πάρεις το χαρτάκι και να χωθείς κάπου. Να ζήσεις «πασιάς στα Άγραφα». Και γι’ αυτό έβλεπες τις μανάδες να ουρλιάζουν «θα σπουδάσεις γιατί θα σού φάω τον καρδυλάγγο», τους χωριανούς μια μόνο ορμήνια να δίνουν «να σπουδάσετε για να μην σας φάει το φτυάρι στο ποτάμι». Και τα «μάζευαν οικογενειακά» για την πρωτεύουσα. Γαλάτσι, Κυψέλη Βύρωνας…
Οι πατεράδες στις οικοδομές και οι μανάδες θυρωροί ή καθαρίστριες. Καθάρισαν αμέτρητες σκάλες, έστυψαν εκατομμύρια σφουγγαρίστρες και διατήρησαν καθάριο το πρόσωπό τους, αλλά περισσότερο δίδαξαν αξιοπρέπεια, ήθος και προκοπή. Όρθιοι και όχι ορθούμενοι/ες. Αναγκαστικά τους ευγνωμονούμε, τους μακαρίζουμε.
Και το «χαρτάκι», δηλαδή το πτυχίο το πήραμε και φτωχοπορέψαμε… Και βλέπαμε άλλους «έρποντας και γλείφοντας» να φτάνουν παντού. Άλλους με ευλύγιστη μέση κι άλλους με τα «όμορφα τα λόγια τα μεγάλα», τα «πέτσινα πτυχία», «τρισμακάριστοι».
«Ω, τρισμακάριστε, καλότυχος όποιος/γνωρίζοντας τελετουργίες θεών/διάγει βίο αγνό», όπως γράφει και ο Ευρυπίδης. (ΒΑΚΧΕΣ). Με μια ερμηνεία: τελετουργίες θεών σημαίνει σήμερα κομματικές διεργασίες.
Κι όμως. Μάθαμε. Ακόμα μαθαίνουμε. «Με όση τέχνη κι αν το υφάνεις στο σκοτάδι το βαθύ, δεν είναι κακό που θα κάνεις και δεν θα φανερωθεί».
Στο καλό που θα έλεγε και η γιαγιά μου. «Άει κατά ανέμ’».
Κίτσος ο πολιτευτής

