Χορεύοντας στο πανηγύρι της Aγίας Μαρίνας
Επιλεγμένα αποσπάσματα σε συνέχειες από την τροποποιημένη μονογραφία (διδακτορική διατριβή) του Γιώργου Βοζίκα: «Η συνοικία της Αγίας Μαρίνας στην Ηλιούπολη και το πανηγύρι της. Η καθημερινή ζωή και ταυτότητα της πόλης», Αθήνα, 2009.
Το πανηγύρι έχουμε συνηθίσει να το αντιμετωπίζουμε ως ένα κατεξοχήν συσπειρωτικό γεγονός της παραδοσιακής κοινότητας, μέσα στο οποίο δοξάζονται οι κοινές της αξίες όπως και η ίδια η κοινότητα. Πράγματι, έτσι είναι, ώς ένα βαθμό, και έτσι λειτουργεί μέχρι σήμερα. Όμως, ταυτόχρονα, το πανηγύρι γνωρίζει και αλλαγές που αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές που συντελούνται στην κοινωνία μέσα στην οποία αυτό φιλοξενείται. Παρόμοια μπορούμε να υποστηρίξουμε και για το πανηγύρι, όπως αυτό πραγματοποιείται μέσα στην πόλη. Η μεταφορά του πανηγυριού από την αγροτική ύπαιθρο στην πόλη επέφερε αλλαγές στον τρόπο τέλεσής του που σηματοδοτούν τις νέες αξίες με βάση τις οποίες οργανώνεται η ζωή στην πόλη. Αυτές τις αλλαγές μπορεί κανείς να τις δει και στο χορευτικό κομμάτι του πανηγυριού.
Στην Αγία Μαρίνα έχουμε προφορικές μαρτυρίες που μας πιστοποιούν ότι στα μεταπολεμικά χρόνια και νεότερα, τις ημέρες του πανηγυριού της συνοικίας έρχονταν διάφορες κομπανίες δημοτικής, αλλά και λαϊκής, μουσικής και στηνόταν ένα τρικούβερτο γλέντι στα καφενεία στους δρόμους και την κεντρική πλατεία της περιοχής. Μαρτυρίες αναφέρουν πως την εποχή εκείνη υπήρχαν τουλάχιστον πέντε καταστήματα που προσέφεραν διασκέδαση με μουσική στους πανηγυριστές. Η μουσική που προσέφερε κάθε ένα από αυτά απευθυνόταν στους καταγομένους από μια συγκεκριμένη περιφέρεια της Ελλάδας (κρητικά, ρουμελιώτικα, κυκλαδίτικα κ.λπ.), αποτυπώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δημογραφική συγκρότηση της περιοχής και την ένταση με την οποία βίωναν την ταυτότητα του τόπου καταγωγής τους οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής. Ακόμη, στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, έκαναν την εμφάνισή τους και διάφορα αστέρια της λαϊκής μουσικής, όπως ο Λουκάς Νταράλας, η Καίτη Γκραίη, η Ρίτα Σακελαρίου κ.ά.
Στα χρόνια της έρευνας πρόλαβα την τέλεση πανηγυριού, όπως αυτό γινόταν στα καφενεία της περιοχής. Παρακάτω θα περιγράψω ένα χορευτικό γεγονός όπως το κατέγραψα κατά την διάρκεια της έρευνας. Ο τρόπος μουσικής διασκέδασης και χορού, όπως θα φανεί στην παρακάτω περιγραφή είναι διαφορετικός σε σχέση με αυτό που γνωρίζουμε να συμβαίνει στις αγροτικές κοινότητες, δείγμα της δυναμικής φύσης του πανηγυριού, αλλά και των αλλαγών που αυτό υφίσταται μέσα στο αστικό περιβάλλον.
Στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας κατά τη διάρκεια της διασκέδασης στο καφενείο η ομάδα από τους θαμώνες που επιθυμεί να χορέψει, αφού έχει παραγγείλει προηγουμένως κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι, όταν έρθει η σειρά της και αφού αναγγελθεί η παραγγελιά από τους οργανοπαίχτες, ανεβαίνει επάνω στην πίστα και χορεύει. Η επικράτηση της παραγγελιάς, ως πρακτικής στο χορό, σημαίνει πως το ποιο τραγούδι θα παιχτεί, ποιος χορός θα χορευτεί και σε τελική ανάλυση ποιο πνεύμα θα επικρατήσει στη διασκέδαση στο καφενείο είναι σε μεγάλο βαθμό επιλογή των ίδιων των θαμώνων του καταστήματος.
Όταν ανεβαίνει μια παρέα επάνω στην πίστα να χορέψει, ανεβαίνει για να διασκεδάσει. Όμως ο χορός, ο τρόπος με τον οποίο μια παρέα χορεύει, έχει και κοινωνικές προεκτάσεις. Η πίστα εκτός από τόπος του χορού είναι και τόπος της δημόσιας διακήρυξης των σχέσεων που διακρίνουν την ομάδα των χορευτών. Επάνω στην πίστα κατά τη διάρκεια του χορού λαμβάνουν χώρα διάφορες ενέργειες με συμβολικό περιεχόμενο, οι οποίες απευθύνονται ταυτόχρονα στα μέλη της ομάδας που χορεύουν και στους θαμώνες που παρακολουθούν. Πρόκειται για πράξεις που διακηρύσσουν και επιβεβαιώνουν τις σχέσεις μέσα στην ομάδα και εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους, όπως με νεύματα του κεφαλιού, με εκφράσεις του προσώπου, με διαδοχική παραχώρηση της πρώτης σειράς στο χορό κ.ά.
Η χρονική διάρκεια της αποκλειστικής χρήσης της πίστας από μια παρέα εξαρτάται από το κέφι που αυτή έχει για χορό, αλλά και από την ορχήστρα, τη θέληση, δηλαδή, της ορχήστρας να κρατήσει την παρέα επάνω στην πίστα. Έτσι, μια παρέα μπορεί να μείνει επί ώρες επάνω στην πίστα, ενώ κάποια άλλη να χορέψει δύο χορούς και να επιστρέψει στο τραπέζι της.
Στην πλειονότητά τους οι παρέες που χορεύουν στα καφενεία της συνοικίας είναι παρέες οικογενειακές ή, γενικότερα, συγγενικές και, από άποψη φύλου, μεικτές. Σηκώνονται, χορεύουν με το δικό τους ύφος μερικούς χορούς, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, και μετά κάθονται στο τραπέζι τους. Ωστόσο υπάρχουν και ορισμένες παρέες που ξεφεύγουν από αυτό τον κανόνα. Αυτού του είδους οι παρέες μπορεί να χορεύουν επί ώρες επάνω στην πίστα, ενώ πολλές φορές το κέφι τους, ξεσηκώνει και τους υπόλοιπους θαμώνες. Παρακάτω παραθέτω μια περιγραφή από τη διασκέδαση μιας παρέας επάνω στην πίστα, σε ένα από τα καφενεία της περιοχής.
Η παρέα που σηκώθηκε να χορέψει αποτελούνταν από επτά-οκτώ άτομα, άντρες και γυναίκες τριάντα-σαράντα ετών. Τα μέλη της ήταν φανερό πως τα συνέδεαν δεσμοί συγγένειας, ενώ διακρίνονταν από τον ενθουσιασμό με τον οποίο χόρευαν. Κάποια στιγμή, και ενώ η παρέα συνέχιζε να χορεύει, ο ιδιοκτήτης του καφενείου τοποθέτησε στο κέντρο της πίστας ένα τραπεζάκι, γύρω από το νοητό άξονα του οποίου χόρευαν οι γλεντιστές. Επάνω στο τραπεζάκι άφησε δύο μεγάλες συσκευασίες από κουτιά μπύρας, τη μια επάνω στην άλλη. Από εκεί έπαιρναν και έπιναν οι χορευτές όσο βρίσκονταν στην πίστα. Κατά τη διάρκεια της αλλαγής των τραγουδιών, στην παύση ή και ενόσω παιζόταν κάποιος χορός, τσούγκριζαν τα κουτιά της μπύρας και τα ακουμπούσαν κατόπιν πάλι στο τραπέζι. Όταν αυτά άδειαζαν, τα έσπρωχναν από το τραπέζι, για να πέσουν κάτω. Όσο διαρκούσε ο χορός της παρέας, οι μπύρες στο τραπεζάκι μαζί με το σωρό των καταναλωμένων, κατεστραμμένων, κουτιών που βρίσκονταν κάτω παρέμεναν εκεί. Στην εξέλιξη της διασκέδασης, από κάποια στιγμή και μετά, οι χορευτές άρχιζαν να χορεύουν με περισσότερο πάθος. Σε κάθε καινούργιο τραγούδι ο πρώτος στο χορό της παρέας άλλαζε, ενώ ταυτόχρονα εναλλασσόταν πολλές φορές και ο ρυθμός. Κάποια στιγμή ένας από το χορό ξέκοψε, γονάτισε στον πρώτο χορευτή και του σφύριξε επιδοκιμαστικά με τα δάχτυλα στο στόμα. «Να ζήσει το Ξηρόμερο!», αναφώνησε ο τραγουδιστής. Οι θαμώνες του καφενείου ενθουσιασμένοι συμμετείχαν κι αυτοί στα δρώμενα της πίστας με επιφωνήματα και σφυρίγματα. Μετά από αρκετή ώρα χορού, στο αποκορύφωμα της διασκέδασης, οι χορευτές βρίσκονταν πια σε μια κατάσταση μέθεξης. Ο πρώτος του χορού είχε βγάλει τα παπούτσια του και ιδρωμένος χόρευε ξυπόλητος, χοροπηδώντας με οίστρο και κτυπώντας με την παλάμη τη λερωμένη, πια, γυμνή πατούσα του. Μια μικρή πετσέτα από το καφενείο, από αυτές που καθαρίζουν τα τραπέζια, έπαιζε το ρόλο του μαντηλιού, για να κρατιέται ο πρώτος στο χορό από τον δεύτερο. Το πλήθος που έκανε βόλτα στο δρόμο, δίπλα στο καφενείο, κοντοστεκόταν, για να δει το θέαμα. Η κατάσταση αυτή, επάνω στην πίστα, κράτησε για πολλή ώρα και ένας χορός διαδεχόταν τον άλλο, χωρίς σταματημό. Κάποτε όμως ήρθε το τέλος του χορού για την παρέα. Λίγο πριν αποχωρήσουν από την πίστα, ο τελευταίος χορευτής, με μια θεατρική κίνηση του χεριού, έριξε με θόρυβο από το τραπέζι όλα τα υπόλοιπα, γεμάτα, κουτιά μπύρας που υπήρχαν επάνω. Για τη συγκεκριμένη παρέα ο χορός τελείωσε. Μια καινούργια θα ανέβαινε σε λίγο, για να χορέψει…
Για όσους έχουν σχηματίσει άποψη για την επιστήμη της Λαογραφίας μέσα από τις ψυχαγωγικές εκπομπές ή ταξιδιωτικά ρεπορτάζ στην τηλεόραση, ίσως να φαίνεται ασύμβατη η λαογραφική ενασχόληση με την πόλη. Όταν στη δημόσια σφαίρα κυριαρχεί η εικόνα της λαογραφίας ως μιας επιστήμης που μοναδικό της αντικείμενο είναι ο εκ των προτέρων εκθειασμός της «παράδοσης», χωρίς να εισέρχονται στη συζήτηση ερωτήματα, όπως π.χ., ποια παράδοση, ποιος την ορίζει, ποιον υπηρετεί κ.λπ., είναι φυσικό να αντιμετωπίζεται με αμηχανία η παρουσία της λαογραφίας, ως επιστήμης, μέσα στην πόλη.
Όμως η λαογραφία είναι πάνω από όλα μια κοινωνική και πολιτισμική επιστήμη. Αυτό σημαίνει ότι εξετάζει κριτικά όλα τα λαογραφικά φαινόμενα και βγάζει ανάλογα συμπεράσματα. Για αυτήν την λαογραφία η παράδοση δεν είναι κάτι που έχει συντελεστεί στο παρελθόν και τώρα την επαναλαμβάνουμε ως έθιμο, αλλά είναι μια δυναμική διαδικασία που έρχεται από το παρελθόν, φθάνει μέχρι το παρόν και θα συνεχίζεται στο μέλλον, όσο πιστεύουμε ότι οι αξίες της έχουν σημασία για εμάς. Αυτή η παράδοση μπορεί να είναι ίδια με το παρελθόν, μπορεί όμως και να έχει τροποποιηθεί ή να γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των ενδιαφερομένων μελών μιας κοινότητας, ως προς το περιεχόμενό της, ενώ κάποτε μπορεί να δημιουργούνται και καινούργιες πολιτισμικές μορφές που να εκφράζουν νέες ανάγκες της κοινότητας.
Με άλλα λόγια η λαογραφία προσλαμβάνει την παράδοση στη δυναμική της διάσταση. Θεωρώντας ότι η παράδοση δεν είναι μουσειακό είδος, αλλά μια ζωντανή κοινωνική διαδικασία, εξετάζει ποια είναι αυτή η παράδοση και πώς λειτουργεί τόσο σε παρελθούσες εποχές όσο και στο παρόν, τόσο σε αγροτικά όσο και σε αστικά περιβάλλοντα. Τα συμπεράσματα από την μελέτη της φωτίζουν βασικές όψεις και κρίσιμες μεταβολές της ζωής τόσο στην ύπαιθρο όσο και στην πόλη.
* Στη φωτογραφία της ανάρτησης η κομπανία του, γνωστού στους ειδήμονες, Γιώργου Σκόπα, σε ένα καφενείο της συνοικίας στο πανηγύρι της αγίας Μαρίνας. (Γιώργος Βοζίκας, 1998).

