Καραβαγγέλεια οράματα… (Η βάρκα, το όνειρο και το όραμα)
Είναι καιρός, αφότου εγκατέλειψε ως Αντιδήμαρχος τα της καθαριότητας ο κ. Νίκος Καραβαγγέλης που συχνά στοχάζεται, ίσως και αναστοχάζεται, ερωτά και αναρωτιέται, και με τον τρόπο του, μας προβληματίζει.
Ο έσχατος προβληματισμός του: «Έχουμε όμως όλοι το ίδιο όραμα ακόμα;» ως κατακλείδα κειμένου που ανάρτησε στο φ/β δείχνει τον έντονο προβληματισμό του ως δημόσιο πρόσωπο. Ερώτημα προς πολλούς συνοδοιπόρους και συν-οραματιστές. Σαν να τους λέει: «Ονειρευτήκαμε κάποτε και οραματιστήκαμε. Έμεινε τίποτε;» Μια κουβέντα, βέβαια, είναι κι αυτή.
Το όνειρο αφορά μια φανταστική παράσταση, ένα συναίσθημα ή και αίσθημα τα οποία δημιουργούνται συνειδησιακά κατά την διάρκεια του ύπνου. Αφορά τον ύπνο του ανθρώπου που ενίοτε καθορίζει και τον «ξύπνιο». Γιατί άμα το όνειρο είναι φοβερό και άσχημο, σημαδιακό και παράξενο άντε να ηρεμήσεις, όταν είσαι ξύπνιος κι άντε να ονειρευτείς και να οραματιστείς μια όμορφη και στην ουσία εξωπραγματική πραγματικότητα. Γι’ αυτό πολλές φορές προσπαθούμε να προλάβουμε το κακό με ευχές. «Άντε όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα». Μια κατάσταση δηλαδή ονειρική, ιδανική και στην ουσία εξωπραγματική. Μια ευχή που δεν ξέρω, αν το δεύτερο σκέλος γίνεται ευχάριστα αποδεκτό. «Σε αφήνουν οι διαόλ’ να αγιάσεις;» Είναι και αυτό ίδιον της δημοτικής πραγματικότητας.
Ενίοτε και το όνειρο έχει ασαφή ή κι αμυδρή ανάμνηση. «Ναι καλά, το θυμάμαι σαν σε όνειρο». Κι αν είναι για γεγονότα «μουσαντένια» ή αφορούν ανακριβείς πληροφορίες ή και απραγματοποίητες τότε μιλάμε για όνειρα θερινής νυκτός. Ίσως να ταυτίζεται με τη λειτουργία Δημοτικού Συνδυασμού. Ακόμη και όταν επιθυμούμε, θέλουμε και τι δε θέλουμε, κι αλλού στοχεύουμε κι αλλού πετυχαίνουμε, έχουμε την λαϊκή ρήση να διευκρινίσει την κατάσταση. «Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα».
Κι όταν πρόκειται για φόλα ερωτική. «Περάσαμε ωραία. Όνειρο ήταν η συνάντησή μας. Θα σου τηλεφωνήσω προσεχώς». Και το τηλεφώνημα γίνεται όνειρο απατηλό μέχρι να καταλάβει κάποιος-κάποια ότι «έφαγε μια ονειρική φόλα». Και να τραγουδήσει: «Μ’ μένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό», γιατί υπάρχουν και απατηλά όνειρα που τα φτιάχνουμε μόνοι μας καταπώς μας βολεύει και καταπώς μας εξυπηρετεί.
Τέτοια όνειρα είναι τα ρομαντικά που κάνουν τον άνθρωπο ονειροπαρμένο και «ζει μέσα σε όνειρα» συγχέοντας όνειρο και πραγματικότητα, ονειροβατώντας, αγνοώντας δηλαδή την πραγματικότητα και ονειροπολώντας φεύγοντας δηλαδή από την πραγματικότητα και ζώντας μια ονειρική κατάσταση μέχρι να ξυπνήσει. Πολλοί παραμένουν στην κοσμάρα τους και ονειρεύονται ιδανικούς έρωτες και λυρικές συναισθηματικές καταστάσεις. Οι άνθρωποι πολλές φορές μένουν κολλημένοι με το όνειρο, «ακινητοποιούνται λογικά» και δεν δέχονται καμιά επαφή με την πραγματικότητα. «Όνειρο ζω μη με ξυπνάτε….» Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Παράλληλα με το όνειρο έχουμε και το όραμα που δεν πρέπει να το συγχέουμε. Μιλάμε για την οπτική αντίληψη που δημιουργείται στη συνείδηση χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητοι εξωτερικοί ερεθισμοί. Έχουμε πολιτικό όραμα, κοινωνικό όραμα και αυτό της Μεγάλης Ιδέας που ενταφιάστηκε στη Μικρασιατική καταστροφή. Ενταύθα το όραμα της Δημοτικής Αρχής. Δημιουργική!
Το όνειρο μας τελείωσε, το όραμα εξανεμίστηκε… Συμπέρασμα: Απαγορεύονται και τα ονείρατα και τα οράματα γιατί η προσγείωση στην πραγματικότητα μας θέλει δειλούς και μοιραίους «αντάμα προσμένοντας ίσως κάποιο θάμα».
Λέτε σύντομα να πούμε πως ο Καραβαγγέλης «έκοψε πέρα;» Οψόμεθα!
Κίτσος ο οραματιστής

