Η τέχνη της πολιτικής αντιστροφής, η θυματοποίηση των θυτών και η εκδημοκράτιση των φασιστών

Κακοί ντυθήκανε καλοί και πιάσαν εξουσίες
Κι υπερωρία πέσανε στισ αγιοαμαρτίες

Λύκοι ντυθήκανε αρνιά κάνουν πως μπεμπενίζουν
Κι όσοι τουσ είδαν για ψητά στον άδη αρμενίζουν

Στ’ άρματα στ’ άρματα τρέχτε και κάνουν κατοχή
Τα μέσα και τα έξω μου καθάρματα
Τίποτα πια δε μασ σώνει ούτε κι οι μασόνοι

Εγώ ό,τι είχα πια να πω το είπα
Και γαμώ του όζοντοσ την τρύπα

Κακοί ντυθήκανε καλοί και κάνουν τη δουλειά τους
Στον ήλιο δείχνουν οι αμνοί τώρα τα κόκαλά τους

Κακοί ντυθήκανε καλοί και πιάσαν εξουσία
Αυτοί που ξεγελάστηκαν φταίγανε κατ’ουσία

Μανωλης Ρασούλης

Τα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στην Ηλιούπολη, με κορύφωση τις κινητοποιήσεις για το πάρκο «Χαλικάκι», δεν έπεσαν από τον ουρανό. Οι εικόνες έντασης στο Δημοτικό Συμβούλιο και οι μαζικές πορείες στους δρόμους της πόλης δεν είναι το πρόβλημα, είναι το σύμπτωμα. Η πραγματική αιτία κρύβεται στη συστηματική επιλογή της δημοτικής αρχής να διοικεί ερήμην της κοινωνίας, μετατρέποντας τον δημόσιο διάλογο σε μονόλογο.

Το Χαλικάκι δεν αποτελεί μια μεμονωμένη εξαίρεση, αλλά τον κανόνα για το πώς διοικείται σήμερα η πόλη μας. Η δημοτική αρχή λειτουργεί συστηματικά με την ίδια ακριβώς μεθοδολογία, πίσω από κλειστές αίθουσες και με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι. Το είδαμε να συμβαίνει με το κρίσιμο ζήτημα του Κέντρου Υπερυψηλής Τάσης (ΚΥΤ), το ξαναείδαμε με τον Προφήτη Ηλία, το ζούμε με το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ), όπου καθορίζεται το μέλλον και η φυσιογνωμία της πόλης για τις επόμενες δεκαετίες, χωρίς ουσιαστική, ανοιχτή και δημόσια διαβούλευση με τους ίδιους τους κατοίκους. Όλα τα μεγάλα και στρατηγικά θέματα της Ηλιούπολης αντιμετωπίζονται ως «προσωπικές υποθέσεις» της διοίκησης, μακριά από τα μάτια των πολιτών και χωρίς καμία διάθεση λογοδοσίας.
 
Η αντιπαλότητα που βιώνουμε σήμερα είναι το φυσικό αποτέλεσμα αυτής της αδιαφάνειας. Το Δημοτικό Συμβούλιο, αντί να είναι το κορυφαίο κύτταρο δημοκρατίας της πόλης όπου συζητείται η ουσία των προβλημάτων, έχει υποβαθμιστεί πλήρως με ευθύνη της διοίκησης. Όταν οι πόρτες του θεσμικού διαλόγου είναι ερμητικά κλειστές και οι αποφάσεις έρχονται προειλημμένες, η δυναμική αντίδραση των πολιτών στους δρόμους γίνεται η μόνη διέξοδος για να ακουστεί η κοινωνία. Όταν αφαιρείς από τους πολίτες το δικαίωμα να ακουστούν, τους αναγκάζεις να βρουν άλλους τρόπους για να κάνουν τη φωνή τους ορατή, καθώς η θεσμική πίεση και η διαμαρτυρία στους δρόμους παραμένει η έσχατη επιλογή τους.
 
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της διοίκησης απέναντι σε αυτές τις δίκαιες αντιδράσεις. Η κατηγορία του δημάρχου περί «φασισμού» προς τους δημότες που κρατούσαν πλακάτ με τα πρόσωπα των διοικούντων στην πορεία, αποτελεί μια ακραία, άδικη και επικίνδυνη πολιτική αντιστροφή. Από την πλευρά της, η δημοτική αρχή επιλέγει να ερμηνεύει αυτή την κίνηση ως προσωπική στοχοποίηση και εκφοβισμό των στελεχών της, χρησιμοποιώντας τη βαριά ρητορική περί φασισμού για να περιγράψει μεθόδους που, κατά τη γνώμη της, επιχειρούν να διαπομπεύσουν δημόσια πρόσωπα αντί να προωθήσουν τον διάλογο.
 
Όμως, αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει σκόπιμα την ίδια τη φύση της δημοκρατικής έκφρασης. Η απεικόνιση των προσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις σε πλακάτ αποτελεί ένα παραδοσιακό και διεθνώς αναγνωρισμένο μέσο πολιτικής διαμαρτυρίας και σάτιρας. Στοχεύει αποκλειστικά στην πολιτική ευθύνη των αιρετών για τις δημόσιες πράξεις τους και όχι στην ιδιωτική τους ζωή. Η δημόσια κριτική και ο έλεγχος της εξουσίας είναι θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατία.
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να εγκαλείται για «φασισμό» η κοινωνία που διεκδικεί ελεύθερους χώρους, δημοκρατία και διαφάνεια, από εκείνους που επιλέγουν τον αυταρχισμό, τη σιωπή, τα κλειστά γραφεία και τις συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι. Αυτός ο αυταρχισμός, μάλιστα, δεν περιορίζεται στις αίθουσες των συμβουλίων, αλλά μεταφέρεται καθημερινά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί, άτομα της διοίκησης έχουν εξαπολύσει έναν άτυπο «πόλεμο» απέναντι σε κάθε ενεργό , ανήσυχο και σκεπτόμενο πολίτη.
Αντί για απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα της πόλης, οι δημότες που εκφράζουν την αγωνία τους στο Facebook ή σε άλλες πλατφόρμες έρχονται αντιμέτωποι με ειρωνείες, ψηφιακό εκφοβισμό, προσωπικές επιθέσεις και προσπάθεια υποτίμησης της νοημοσύνης τους. Η διοίκηση επιχειρεί να φιμώσει και να τρομοκρατήσει τη διαφορετική άποψη ακόμα και στον ψηφιακό χώρο, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά της αλλεργία στην κριτική.
 
Τα πλακάτ και οι πορείες είναι η απάντηση στην πολιτική της συσκότισης και η εύκολη «ρετσινιά» του φασισμού χρησιμοποιείται απλώς για να ποινικοποιηθεί η διαμαρτυρία και να μετατοπιστεί η συζήτηση από την ουσία του προβλήματος. Αν η δημοτική αρχή επιθυμεί πραγματικά να σταματήσει η ένταση, ο δρόμος είναι απλός: να σταματήσει να εκτοξεύει βαριές κουβέντες και λάσπη, να σταματήσει τον ψηφιακό πόλεμο κατά των κατοίκων, να ανοίξει τα χαρτιά της και να καθίσει στο τραπέζι του ειλικρινούς και δημόσιου διαλόγου με την κοινωνία της Ηλιούπολης για όλα τα μεγάλα μέτωπα της πόλης.
 
 
Πασσαλίδης Φίλιππος,
φασιστοκαλλιτέχνης κιθαρωδός και πλακατοφόρος
 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *