Η κραυγή της μάνας, “Πόσα έφαγες Καραμανλή;”
Η σαν λεπίδα κραυγή της Μαρίας Ντόλκα, μητέρας της Αναστασίας, της πανέμορφης (όλα τα παιδιά είναι όμορφα) φοιτήτριας που, ανύποπτη, πήρε το τρένο για τον θάνατο, έσφαξε το φως του μεσημεριού. Για το τρένο, το ασφαλέστερο κάποτε δημόσιο μέσο, που η ντόπια και ξένη ιδιωτική αλητεία κατέστρεψε και κατέστησε φέρετρο.
“Πόσα φάγατε; , επιμένει η τραγική μάνα. Πόσα καθισμένοι σταυροπόδι; “Ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι”, όπως εύστοχα ονόμασε ο Δάσκαλος Ποιητής Κώστας Βάρναλης, μερικούς σαν την αφεντιά σας.
“Πάνω σε νεκρά παιδιά κάθεσαι Καραμανλή”! Αυτό λέει το βλέμμα της μητέρας. Κι ακόμα λέει “Πόσο ακόμα θα διαφεντεύετε το κράτος και τον μόχθο του λαού, ώ εσείς οι πάσχοντες από αλλεργία για το Δημόσιο”; Διότι μισείτε μεν τον δημόσιο χαρακτήρα του κράτους, όχι όμως τα ωραία του, όπως τον λουφέ που δεόντως τιμάτε.
“Πόσο ακόμα θα κρύβεσαι Καραμανλή”; Γιατί δεν πας στο Δικαστήριο, γιατί λοιπόν δεν πας, αφού είσαι αθώος; Γιατί δεν πας, έστω για να εκφράσεις τον σεβασμό σου στους καμένους γονείς; Με αυτό μαχαιρώνει η μάνα!
“Τι φοβάσαι Καραμανλή”; Την δικαιοσύνη δεν την φοβάσαι, γιατί σε κάλυψε. Τον λαό ούτε, γιατί η ιδιαίτερη πατρίδα σου, παραβλέποντας το έγκλημα, σε τίμησε πάλι βουλευτή! Άρα τι φοβάσαι;
Να σου πω εγώ τι φοβάσαι! Εγώ που μετά βίας συγκρατούμαι…
Φοβάσαι, λοιπόν, να βρεθείς απέναντι στους χαροκαμένους κι έτσι ν’ αναγκαστείς να απαντήσεις στις αμείλικτες ερωτήσεις τους, ή στις θανατηφόρες σιωπές τους! Τρέμεις να βρεθείς μπροστά στις “τρομερές μανάδες”, όπως έγραψε ο Λόρκα!
Διότι ακόμη κι αν δεν ευθυνόσουν καθόλου, μόνη η ιδιότητα σου, έχοντος την ευθύνη να εγγυάται την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, σε υποχρέωνε να σιωπήσεις ακόμη κι αθώος, και να εξαφανιστείς μέσα στην νύχτα για πάντα.
Αλλά τι να περιμένει κανείς από “Καραμανλήδες”;
Νίκος Καραβέλος

