“Αυτοδιοικητική Ιδιοκτησία” ενάντια “Στο Κοινό Καλό Έργο μας” (του Βαγγέλη Μπαλάσκα)
Η “αυτοδιοίκηση” είναι από εκείνες τις λέξεις που, όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται, τόσο κινδυνεύουν να αδειάσουν από το νόημά τους. Χρησιμοποιούμε πλέον τη λέξη “αυτοδιοίκηση” μηχανικά και συχνά ξεχνάμε πως δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός τοπικής διαχείρισης, αλλά μια βαθιά δημοκρατική υπόσχεση: είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να σκέφτεται και να αποφασίζει για το πώς θα υπάρχει και να οργανώνει συλλογικά τους όρους της κοινής ζωής της.
Σήμερα, στην Ηλιουπολίτικη κοινωνία, στην καθημερινή πρακτική της τοπικής αυτοδιοίκησης, διαφαίνεται ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα που υπονομεύει το παρόν και το μέλλον της πόλης μας. Είναι το πρόβλημα της παραμόρφωσης της αυτοδιοικητικής δυνατότητας και η μετατροπή της σε μια διαδικασία ‘’αυτοδιοικητικής ιδιοκτησίας’’.
Αυτοδιοικητική ιδιοκτησία, όχι ως εκλογικό λάφυρο, αλλά ως σφετερισμός του δικαιώματος της πόλης να αυτοπροσδιορίζεται. Αυτή την παθογένεια θέλουμε να καταδείξουμε στο άρθρο αυτό, το γεγονός δηλαδή, ότι η πόλη έχει πάψει να είναι το κοινό μας έργο και έχει μετατραπεί σε πεδίο διαχείρισης μιας προσωρινής πλειοψηφίας.
Και από την άλλη, στόχος είναι να απευθυνθούμε στην καρδιά της κοινωνικής βάσης, εκεί που έρχεται ο πραγματικός λογαριασμός της απουσίας σχεδίου, της αδράνειας και της έλλειψης σεβασμού προς τους πολίτες, ως αποτέλεσμα μιας αυτοδιοικητικής νοοτροπίας που συντηρεί την υπάρχουσα παρακμή.
Παραδείγματα ‘’Αυτοδιοικητικής Ιδιοκτησίας’’ πλέον σε καθημερινή βάση πολλά. Ενδεικτικά αναφέρω μερικά:
- Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο τρόπος που έγινε πρόσφατα ονοματοδοσία συμβολικών κτιρίων της πόλης. Η ονοματοδοσία ενός δημόσιου χώρου δεν είναι μια τυπική πράξη, αλλά πράξη μνήμης, ταυτότητας και συλλογικού αυτοπροσδιορισμού. Όταν όμως, μια διοίκηση λίγο πριν αποχωρήσει ονοματοδοτεί αιφνιδιαστικά το κολυμβητήριο και η επόμενη ξηλώνει την επιλογή για να την επαναφέρει αργότερα, εξίσου αιφνιδιαστικά, στο δημαρχείο, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιο όνομα επιλέγεται. Είναι ποιος θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τα σύμβολα της πόλης. Γιατί όταν η μνήμη και η ταυτότητα αποφασίζονται «σε μια νύχτα», η πόλη δεν αυτοπροσδιορίζεται, αλλά ορίζεται από εκείνους που προσωρινά τη διοικούν — και τελικά απαξιώνονται ακόμη και οι ίδιοι οι τιμώμενοι.
- Η ίδια λογική διαπερνά και άλλα πολύ πιο κρίσιμα πεδία για το μέλλον της πόλης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «δήθεν» διαβούλευση για το νέο πολεοδομικό, όπου το ζήτημα δεν είναι μόνο αν τηρήθηκαν οι τυπικές διαδικασίες, αλλά αν η πόλη κλήθηκε πραγματικά να σκεφτεί τον εαυτό της: να κατανοήσει τι αλλάζει, τι διακυβεύεται και ποια κατεύθυνση θέλει να πάρει.
- Το ίδιο ισχύει και για προτάσεις φορέων, όπως αυτή της Ένωσης Συλλόγων Γονέων να γίνει η Ηλιούπολη «πόλη των σχολείων» —μια πρόταση στον πυρήνα του κοινού έργου, γιατί αφορά τα παιδιά, την ασφάλεια, τον δημόσιο χώρο, τη γνώση, τη φροντίδα και την καθημερινή ζωή. Όταν τέτοιες προτάσεις αντιμετωπίζονται όχι ως αφορμές συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά ως ενοχλητικές παρεμβάσεις ή ως υλικό προς διαχείριση από τη δημοτική αρχή, τότε η αυτοδιοίκηση έχει ήδη αποτύχει.
- Και φυσικά, το «σχέδιο» ανάπλασης στο πάρκο «Χαλικάκι»: μια πρόταση-ψευτοδίλημμα, προαποφασισμένη εν κρυπτώ, που προσέβαλε το δημοκρατικό αίσθημα των πολιτών και κακοποίησε κάθε θεσμική διαδικασία λογοδοσίας και διαλόγου. Μια πρόταση που, ταυτόχρονα, θέτει σε κίνδυνο τη φυσιογνωμία της πόλης και τους δημόσιους χώρους και τόπους ζωής των κατοίκων της, χωρίς καμία προεκλογική προγραμματική νομιμοποίηση. Και όλα αυτά, προκειμένου να εξυπηρετηθούν συμφέροντα και ανάγκες που ουδεμία σχέση έχουν με την ίδια την πόλη και τους κατοίκους της.
Κρίσιμα παραδείγματα όλα, που εμφανίζουν με γλαφυρό τρόπο, μια αυτοδιοίκηση που λειτουργεί σαν ιδιοκτήτης, και τελικά δεν υπερασπίζεται την ουσία και τις δυνατότητες του θεσμού.
Με ποιους τρόπους και συμπεριφορές όμως η ιδιοκτησιακή αντίληψη της αυτοδιοίκησης εκδηλώνεται στην καθημερινή άσκηση εξουσίας και στον δημόσιο διάλογο για τα δημοτικά πράγματα της πόλης μας; Συμπεριφορές που δεν εμφανίζονται πάντα ωμά, αλλά συχνά κρύβονται πίσω από τη γλώσσα της διαχείρισης, της εγγύτητας και της εικόνας και αποκαλύπτονται μέσα από μια σειρά χαρακτηριστικών πρακτικών:
- Πάγια τακτική της δημοτικής αρχής είναι να αρκείται να εξηγεί διαρκώς τι δεν γίνεται, μετατρέποντας τους περιορισμούς σε μόνιμη πολιτική άμυνα και άλλοθι αδράνειας, αντί να αναζητά τρόπους να διεκδικεί και να παράγει δυνατότητες.
- Πάγια τακτική της διοίκησης είναι να σαμποτάρει τις προϋποθέσεις για ουσιαστική συμμετοχή. Εξαντλείται σε μια προσχηματική ευγενική ή αγενή ακρόαση με προειλημμένες αποφάσεις, χωρίς πραγματική δυνατότητα επιρροής. Και την ίδια στιγμή επικαλείται ότι «οι πολίτες δεν συμμετέχουν». Αυτό όμως είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που τους έχει ήδη αποκλείσει.
- Σημαντική πρακτική που χτίζεται μάλιστα με ιδιαίτερη επιμέλεια, είναι ο μηχανισμός της ‘’επικοινωνιακής αυτοδιοίκησης’’. Φωτογραφίες, αναρτήσεις, likes και μικρές τελετουργίες προβολής, μετατρέπουν την πόλη σε φωτογραφικό πλατό, προκειμένου να εμφανίζεται μια διοίκηση δήθεν δραστήρια χωρίς απαραίτητα να είναι ούτε δημοκρατική ούτε και δημιουργική. Έτσι η κοινωνική πολιτική γίνεται ανάρτηση, το like συμμετοχή και η αυτοδιοίκηση καταντά βιτρίνα, αφού η εικόνα γίνεται σημαντικότερη από το περιεχόμενο.
- Η πλέον ξεκάθαρη πρακτική σε αυτήν την ιδιοκτησιακή νοοτροπία είναι ο τρόπος που η δημοτική αρχή αντιμετωπίζει την κριτική ως ενόχληση, τη διαφωνία ως εχθρότητα και την επιμονή σε ένα πρόβλημα ως αντιπολίτευση. Περιορίζει έτσι την αυτοδιοίκηση, από χώρο ιδεών, σε σύστημα ίντριγκας και άτυπων αποκλεισμών. Δεν συζητείται πια αν ένα επιχείρημα είναι σωστό, αν μια πρόταση έχει αξία. Συζητείται ποιος το είπε, με ποιον μιλάει, σε ποιο άρθρο έκανε like, προωθώντας έτσι αντιαισθητικές πειθαρχίες στην πόλη προκειμένου να ελέγξουν την κοινωνία. Η δημόσια διαφωνία όμως είναι δημοκρατικό οξυγόνο και όχι απειλή απέναντι στο κύρος της ομάδας που διοικεί ή νομίζει ότι διοικεί.
- Μία ακόμα πρακτική είναι η χρήση της φράσης-άλλοθι ότι «έξω από τον χορό όλοι το παίζουν έξυπνοι», σαν η κοινωνία να δικαιούται να κρίνει μόνο όταν κατέχει εξουσία. Το θέμα όμως είναι αν εκείνοι που μπήκαν στον χορό γνωρίζουν τα βήματα. Και η φράση αυτή τελικά δεν αποκαλύπτει την ανωριμότητα των πολιτών αλλά προσπαθεί να κρύψει την απουσία σχεδίου και την προγραμματική ένδεια της ίδιας της διοίκησης.
- Η ιδιοκτησιακή συμπεριφορά εδραίωνεται ακόμα περισσότερο όταν στην ίδια παθογένεια συμμετέχει και η αντιπολίτευση. Όταν αυτή δεν λειτουργεί ως δύναμη ελέγχου, πρότασης και δημοκρατικής εμβάθυνσης, αλλά ως διοίκηση σε αναμονή. Έτσι δεν απελευθερώνει την πόλη από την ιδιοκτησιακή λογική, απλώς διεκδικεί να την κληρονομήσει.
- Στην ίδια λογική και διάφοροι μηχανισμοί, από ανθρώπους που βρίσκονται χρόνια γύρω από τα δημοτικά πράγματα, και θεωρούν ότι γνωρίζουν δικαιωματικά «πώς παίζεται το παιχνίδι». Έτσι νέες φωνές, βαφτίζονται άπειρες, αφελείς ή ενοχλητικές. Η εμπειρία όμως έχει αξία μόνο όταν ανοίγει δρόμους συμμετοχής. Όταν λειτουργεί ως φράχτης, γίνεται ακόμη μία μορφή ιδιοκτησίας πάνω στον αυτοπροσδιορισμό και στο μέλλον της πόλης.
- Σημαντική τακτική είναι και η συμπεριφορά αυτοθυματοποίησης από τη δημοτική αρχή. Χτίζουν την εικόνα μιας διοίκησης που «δίνει τον καλύτερό της εαυτό» και αδικείται κάθε φορά που καλείται να λογοδοτήσει. Η θυματοποίηση είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να μετατρέψεις την ευθύνη σε παράπονο. Και την ίδια στιγμή διαχέουν παραπλανητικές ανακοινώσεις στον δημόσιο διάλογο, μετατρέποντας το αυτονόητο σε επίτευγμα, το ξένο έργο σε «δικό τους» και κάθε δύσκολο ερώτημα το εξαφανίζουν.
- Στην ίδια παθογένεια ανήκει και ο ανούσιος ανταγωνισμός μεταξύ διοίκησης και αντιπολίτευσης για το ποιος θα οικειοποιηθεί μια πρόταση ή μια ιδέα και ποιος θα πιστωθεί μεγαλύτερη επιτυχία. Η πολιτική τότε μετατρέπεται σε αγώνα ιδιοκτησίας και εντυπώσεων. Και όταν διάφορες παρατάξεις συμμαχούν για μικροσυμφέροντα, στο όνομα πάντα της κοινωνίας, διαμορφώνουν τότε συνολικά ένα κλειστό σύστημα παρατάξεων, που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη θέση του γύρω από την εξουσία παρά για την ίδια την πόλη.
- Τέλος μαζί σε όλα αυτά, η τακτική χειραγώγησης της συμπεριφοράς μιας κομματικής πελατείας, που θέλει να βρίσκεται μέσα και πέριξ των μικροσυμφερόντων, μέσα και πέριξ της προσοχής, δρώντας ως δήθεν χρήσιμοι του συστήματος ή με την ψευδαίσθηση ότι έχουν την όποια επιρροή και δυνατότητα παρέμβασης στην αυτοδιοικητική ιδιοκτησία.
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν την μεγάλη εικόνα των καθημερινών τρόπων που διεξάγεται η άσκηση της εξουσίας και του δημόσιου διαλόγου για τα ζητήματα της πόλης, ως αποτέλεσμα μιας ιδιοκτησιακής αντίληψης για την αυτοδιοίκηση. Μιας αντίληψης που απαξιώνει και το ρόλο των αιρετών κυρίαρχα της διοίκησης που, αντί να διεκδικούν και να υπηρετούν ένα συλλογικό σχέδιο, παύουν να λειτουργούν ως πολιτικοί φορείς και γίνονται απλοί κρίκοι μιας διοικητικής αλυσίδας ή απλοί παρατηρητές των εξελίξεων. Μιας αντίληψης που τελικά συντηρεί την παρακμή και αποκαλύπτει μια βαθύτερη έλλειψη μέτρου, αισθητικής κουλτούρας και ουσιαστικής καλλιέργειας που οι δημόσιοι ρόλοι προϋποθέτουν.
Συμπερασματικά λοιπόν, η πόλη δεν είναι περιουσία εκείνων που διοικούν. Δεν είναι σκηνή προβολής ούτε μηχανισμός αναπαραγωγής ισχύος. Και η ψήφος των πολιτών δίνει ευθύνη, δεν δίνει ιδιοκτησία. Δίνει εντολή διοίκησης, όχι δικαίωμα μονοπώλησης της πόλης
Και ας μην ξεχνάμε, ότι η διοίκηση δεν κρίνεται μόνο εκλογικά στο τέλος, αλλά δημοκρατικά κάθε μέρα από τον σεβασμό στη λογοδοσία, στη διαφάνεια, στον τρόπο που ακούει, απαντά, διορθώνει και συνδιαμορφώνει. Και η αντιπολίτευση κρίνεται από το αν μπορεί να ανοίγει δημόσιους δρόμους σκέψης, σύνθεσης και ελέγχου.
Αν θέλουμε λοιπόν η αυτοδιοίκηση να γίνει το ‘’Κοινό Καλό Έργο μας’’, να γίνει ξανά πολιτική με την ουσιαστική έννοια, χρειάζεται πολίτες και φορείς να συνδράμουν σε μια συλλογική προσπάθεια αλλαγής που δεν θα επιτρέψει στην ιδιοκτησιακή νοοτροπία να συνεχίσει να στερεί από την κοινωνία τη δυνατότητα να αποφασίζει πώς θέλει να ζει.
Αυτοδιοίκηση σημαίνει ακριβώς αυτό: η ικανότητα μιας κοινωνίας να μη ζει παθητικά μέσα στους περιορισμούς της ούτε κάτω από την ιδιοκτησιακή σκιά όσων τη διοικούν ή όσων περιμένουν να τη διοικήσουν, αλλά να οργανώνει συλλογικά τους όρους της ελευθερίας της.
Βαγγέλης Μπαλάσκας

